Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Σε ποιον ανήκουν η γη, τα φυλλώματα, το νερό;

Κωνσταντίνος Μαλέας: Τοπίο από τη Νάξο 

του Φώτη Τερζάκη

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή τον Νοέμβριο του 1999.

   ΟΤΙ Ο ΓΥΜΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ελεύθερο κάμπινγκ είναι εδώ και χρόνια υπό άτυπο διωγμό είναι σε όλους γνωστό· ο αυστηρός νόμος ενός αχαρακτήριστου υπουργού τού ΠΑΣΟΚ, προστάτη άθλιων και εγκληματικών εργολαβικών συμφερόντων, ήταν απλώς η τελική πράξη που ήρθε να το επικυρώσει. Όσοι προσπερνούν αδιάφορα το θέμα με τη σκέψη ότι στο κάτω-κάτω δεν είναι ελεύθεροι κατασκηνωτές, οφείλουν να γνωρίζουν τι ακριβώς διακυβεύεται εδώ - κι εκείνο που νομιμοποιούν με την παθητική τους αποδοχή. 
    Κατ' αρχάς ποιος ενοχλείται από το ελεύθερο κάμπινγκ, και για ποιο λόγο;
Το συνηθέστερο επιχείρημα είναι ότι πρόκειται για την περιφρούρηση τής καθαριότητας των ακτών. Όλοι όμως γνωρίζουν ότι οι εκ συστήματος ελεύθεροι κατασκηνωτές είναι άνθρωποι με βαθιά περιβαλλοντική ευαισθησία και στην πράξη οι μόνοι που έχουν άμεσο συμφέρον από τη διατήρηση ενός καθαρού και ανεκμετάλλευτου φυσικού περιβάλλοντος - προκειμένου να το βρουν στην ίδια κατάσταση τον επόμενο χρόνο. Όλοι γνωρίζουν ότι πραγματική μάστιγα των ακτών είναι τα μικροαστικά στίφη που ενσκήπτουν οπουδήποτε φτάνει άσφαλτος και υπάρχουν κέντρα διασκέδασης, οι λεγόμενοι εκδρομείς τού Σαββατοκύριακου, που αφήνουν συστηματικά πίσω τους τα θλιβερά τεκμήρια τής καταναλωτικής τους αδηφαγίας. Κατά συνέπεια, ένας μόνο λόγος μένει, ο οποίος ποτέ δεν κατονομάζεται ανοιχτά, που δικαιολογεί μια τέτοια απαγόρευση: τα συμφέροντα των κατά τόπους ξενοδόχων, δωματιούχων και ιδιοκτητών οργανωμένων κάμπινγκ.
   Η τάξη αυτών των επιχειρηματιών, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι αυτοσχέδιοι ερασιτέχνες που συμπληρώνουν τα εισοδήματα τους από άλλες δουλειές παρέχοντας πρόχειρες και κακής ποιότητας υπηρεσίες, διογκώθηκε αναπάντεχα μέσα στην τελευταία εικοσιπενταετία, όταν η αυξανόμενη τουριστική κίνηση στα ελληνικά νησιά τροφοδότησε για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού το πιο τυπικό νεοελληνικό όνειρο: γρήγορα και άκοπα κέρδη. Τσιμέντωσαν όπως-όπως τις ακτές, άνοιξαν δρόμους για αυτοκίνητα, έχτισαν δωμάτια, καφετέριες και εστιατόρια και έγιναν φορτικοί κυνηγοί πελατών σε λιμάνια και παραλίες. Από το όλο σχέδιο δεν εξαιρούνται βεβαίως και οι μεγάλοι, επαγγελματίες επενδυτές τού τουριστικού τομέα, οι οποίοι, διαθέτοντας υλικά και πολιτικά μέσα, επιτάχυναν τη συνολική διαδικασία. Το ρεύμα όμως τού τουρισμού έχει κάπως ανακοπεί αυτήν την τελευταία δεκαετία. Έτσι, μένοντας με άδεια τα δωμάτια και τα καταστήματα τους (που κανείς δεν τους ζήτησε να φτιάξουν), δεν έχουν άλλο τρόπο από το να εξαναγκάσουν ένα κοινό να καταναλώσει τις υπηρεσίες τους. Να παραγάγουν δηλαδή με κάθε τεχνητό μέσο μια ζήτηση.
   Δυστυχώς, το ίδιο το κράτος είναι δέσμιο αυτής τής καταστροφικής επιχειρηματικής λογικής. Σε υπουργικό επίπεδο ο τουρισμός γίνεται αντιληπτός ως μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση που πρέπει να απορροφήσει επενδύσεις και να αποφέρει υπολογίσιμα κέρδη. Πρέπει ως εκ τούτου να χτυπηθεί ο «φτωχός» τουρισμός και η αριθμητική μείωση των επισκεπτών να αντισταθμιστεί από μια υπέρογκη κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών. Με άλλα λόγια, ολόκληρο το περιβάλλον βιομηχανοποιείται, συσκευάζεται καταλλήλως και προσφέρεται ως ακριβό εμπόρευμα στην αγορά τής οργανωμένης αναψυχής.
   Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη οξυδέρκεια για να καταλάβει κανείς ότι η βιομηχανοποίηση τού περιβάλλοντος πλήττει πρώτα-πρώτα το ίδιο το αγαθό που φιλοδοξεί να πουλήσει. Ένας από τους λόγους τού μεγάλου τουριστικού ενδιαφέροντος που παρουσίαζε η Ελλάδα τής δεκαετίας τού '70 είναι ότι παρείχε αφειδώς μια σχετικά αμόλυντη και παρθένα φύση η οποία έχει προ πολλού εξαφανιστεί από τις άλλες μεσογειακές ακτές (τής Ιταλίας, για παράδειγμα, ή τής Ισπανίας) ακριβώς εξαιτίας τής βιομηχανοποίησης τού τουρισμού σε αυτές τις χώρες. Στους παράγοντες τής τουριστικής κάμψης τής τελευταίας δεκαετίας οφείλει να συνυπολογιστεί η ίδια η αύξηση τού κόστους (σε συνδυασμό με την χαμηλή ποιότητα) των προσφερόμενων υπηρεσιών αλλά και η σταδιακή υποβάθμιση τού φυσικού περιβάλλοντος που ήταν προϊόν αυτής καθαυτής τής οικονομικής «αξιοποίησης» του. Πρέπει να είναι τυφλός κάποιος για να μη βλέπει ότι, μακροπρόθεσμα, η εμπορική εκμετάλλευση τής φύσης και η αιχμαλώτιση τού περιβάλλοντος στα συμφέροντα μιας βιομηχανίας αναψυχής θα καταστρέφει αναπότρεπτα το ίδιο το προς πώληση αγαθό και θα υπονομεύει σταθερά την ίδια την επιδίωξη τού κέρδους.
   Η απαγόρευση τού ελευθέρου κάμπινγκ είναι μια ολοκληρωτική πολιτική με βαρύνουσες κοινωνικές, οικονομικές και οικολογικές σημασίες. Στο κοινωνικό επίπεδο αποστερεί από τους λεγόμενους «φτωχούς» πολίτες (κι εδώ αφορά κατεξοχήν τους «φτωχούς» από επιλογή, εκείνους που έχουν διαλέξει να ζουν με χαμηλό επίπεδο καταναλωτικών αναγκών) το αναφαίρετο δικαίωμα να χαίρονται τις φυσικές ομορφιές τής χώρας τους και κατά τρόπον τέτοιο, τους εξαναγκάζει να ενταχθούν στο ανελέητο παιχνίδι τού παραγωγισμού και τής κατανάλωσης με την απειλή ενός πρόσθετου κοινωνικού αποκλεισμού που τους μεταβάλλει σε μετανάστες και απόβλητους μέσα στην ίδια τους τη χώρα. Σε οικολογικό επίπεδο, τώρα, οι συνέπειες είναι ολέθριες. Η φυσική αγριότητα γίνεται στόχος ανελέητων επιθέσεων και εξαφανίζεται σημείο προς σημείο: οι παραδείσιοι κόλποι γίνονται σταθμοί για πετρελαιοκίνητα γιοτ, τα μονοπάτια των οδοιπόρων γίνονται οδικές αρτηρίες που φέρνουν το καυσαέριο μέσα στα δάση και στις θάλασσες, η βλάστηση εκριζώνεται και σκεπάζεται από τόνους τσιμέντου, η γαλήνη των ερημικών τοποθεσιών θρυμματίζεται από την ηχορύπανση μιας φτηνής μουσικής διασκέδασης και οι μικροί παραδοσιακοί οικισμοί που ήταν αιώνες αφομοιωμένοι μέσα στο φυσικό περιβάλλον γίνονται πολυσύχναστοι, κακόγουστοι και ακριβοί τόποι εμπορικής συναλλαγής. Η ίδια η φύση, το «κοινό αγαθό» επί τη βάσει τού οποίου και μόνο μια κοινωνία μπορεί να συγκροτηθεί και να νοηθεί ως κοινωνία, γίνεται ένα απέραντο και καταθλιπτικό περιφραγμένο οικόπεδο, είτε κατεχόμενο δεσποτικά από «προνομιούχους» ιδιώτες, είτε από το κράτος (το οποίο μπορεί εν συνεχεία να το διαπραγματευθεί προσοδοφόρα με τέτοιους «προνομιούχους» ιδιώτες).
   Το ζήτημα δεν είναι δευτερεύον ή επουσιώδες. Είναι πολύ πιο ζωτικό για όλους μας από τις μισθολογικές διεκδικήσεις οποιουδήποτε συνδικάτου. Αφορά το πιο στοιχειώδες, το πιο αρχέγονο και αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα τού ανθρώπου, όχι καν ως πολίτη αλλά ως φυσικού όντος τού οποίου τα ζωτικά συμφέροντα συνδέονται με την αυτονόητη νομή τού αέρα, τού φωτός, τού νερού και τής βλάστησης. Η βιομηχανοποίηση τού περιβάλλοντος από τις κρατικά ελεγχόμενες στρατηγικές τού τουρισμού πρέπει σήμερα να γίνεται αντιληπτή και να αντιμετωπίζεται σε συλλογικό επίπεδο όπως ακριβώς ένας στρατός εισβολής. Το παλιό αναρχικό σύνθημα «Γη και ελευθερία» αποκτά μια καινούργια, ειρωνική και μαζί τραγική, σημασία μέσα στους όρους τού μαζικού πολιτισμού και απέναντι στον καρκίνο τής εμπορευματοποίησης που κατατρώει τα σπλάχνα της γης ώρα με την ώρα. Η απαγόρευση τού ελεύθερου κάμπινγκ είναι ταυτόσημη με την εξόντωση των τελευταίων θυλάκων φυσικής αγριότητας - προάγγελος τής οικολογικής και οικονομικής ερήμωσης τής χώρας.

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Η προσομοίωση μιας ελεγχόμενης χρεοκοπίας και η βιωμένη χρεοκοπία της πραγματικότητας.

Είμαστε υπόχρεοι στα παιδικά χαμόγελα.

   Η Αργεντινή χρεοκόπησε για δεύτερη φορά μέσα σε 13 χρόνια, έστω και επιλεκτικά, αλλά μάλλον δεν θα έρθει και η συντέλεια της (τουτέστιν το χάος της πρώτης χρεοκοπίας του 2001) ή τουλάχιστον έτσι θέλει να μας διαβεβαιώνει ο απροκάλυπτος κυνισμός ενός φιλελεύθερου πραγματισμού. Κάθε ομοιότης με την αταραξία που επιδεικνύουν αυτοί που έχουν επωμιστεί το βάρος της κυβερνητικής διαχείρισης μιας παγκοσμιοποιημένης κρίσης χρέους θα πρέπει να θεωρηθεί συμπτωματική. Διότι από την Πέμπτη που έσκασε το αργεντίνικο κανόνι το επίδικο της όλης υπόθεσης εστίαζε στην εύρεση τρόπου με τον οποίο η αριστερόστροφη, περονική κυβέρνηση της Αργεντινής θα ξεπλήρωνε το τεχνικό χρέος της στους πιστωτές που κατείχαν το πλασματικό κεφάλαιο (Μαρξ) των ομολόγων της.
   Βεβαίως εάν ο πληθωρισμός έχει αποδράσει επί έξι συναπτά έτη σε επίπεδα που καθιστούν απαγορευτική την προμήθεια έστω και 150 γραμμαρίων μιας μοσχαρίσιας μπριζόλας από τον μικρομεσαίο, αλλοτριωμένο εργαζόμενο, αυτό σαν σημάδι ουδόλως δεν αφορά την χρεοκοπημένη πραγματικότητα της καθημερινότητας των Αργεντινών αλλά υπαγορεύεται ως φυσιολογική παρενέργεια της κρίσης από τους νουνεχείς αναλυτές. Η ανισοκατανομή εισοδήματος η οποία εκδηλώνεται με ιδιότητες υπερρεαλιστικής νουβέλας στα χωριουδάκια της μιζέριας (villas Miserias) είναι μία ακόμη φυσική ένδειξη ενός αργόσυρτου θανάτου. Η εμμονική κοινωνία της εργασίας αδυνατεί να αντιληφθεί τα ασφυκτικά όρια της.
   Κρατικά επιδοτούμενες ή μη, οι επισφαλείς δουλειές του ποδαριού δίνουν νέα άνθηση στο καταστασιακό σύνθημα του Μάη πως «η εργασία είναι ο εκβιασμός της επιβίωσης.» Παρ' ότι συνταξιοδοτούν το ξεπεσμένο εργασιακό ήθος που διατάζει, «δουλειά να 'ναι κι ό,τι να 'ναι», το μόνο που κατορθώνουν είναι να εξευτελίζουν τον βιοπορισμό εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτοί οι εύθραυστοι λοιπόν, είναι «η "προβληματική" και "επικίνδυνη" μάζα της κοινωνίας (που) δεν καθορίζεται πλέον από "την θέση της στην παραγωγική διαδικασία", αλλά από την θέση της σε δευτερεύουσες και παράγωγες σφαίρες της κυκλοφορίας και διανομής.» (Robert Kurz) Μόνο που αυτοί οι νεόπτωχοι, δηλαδή οι μακροχρόνια άνεργοι, όσοι λαμβάνουν κουτσουρεμένα κοινωνικά και προνοιακά επιδόματα, οι φτηνοί εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης, οι νέο-άστεγοι και ρακοσυλλέκτες, αυξάνονται και πληθύνονται από τα πλευρά των μικροαστών και της μεσαίας τάξης. Των ανθρώπων που στήριζαν τις ζωές τους στις υπερτιμημένες εργασιακές τους δεξιότητες. Η έκρηξη της μικροηλεκτρονικής (και οι συνέπειες αυτής στην παραγωγική διαδικασία) επέφερε την διόρθωση της εμπορικής τους αξίας. Δηλαδή εξανέμισε την όποια ανταλλαξιμότητα είχαν αυτές οι δεξιότητες στην αγορά εργασίας.
   Το διακύβευμα για την παγκόσμια κυβερνητική διαχείριση παραμένει αναλλοίωτο και στην περίπτωση της κατάρρευσης μιας τεράστιας εθνικής οικονομίας όπως είναι αυτή της Αργεντινής. Τα επίσημα νούμερα δείχνουν ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις (Foreign Direct Investments) σε ροές κεφαλαίων ξεπέρασαν για το 2013 τα 109 δις $. Από αυτό το ποσό, συνήθως το 30% κατανέμεται στον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών, το 34% στον πρωτογενή τομέα των φυσικών πόρων και το 36% στον δευτερογενή τομέα της βιομηχανίας. Ωστόσο αυτός ο σεβαστός όγκος επενδύσεων τουλάχιστον στο κομμάτι των υπηρεσιών, παρ' ότι προσπαθεί να δημιουργήσει ένα μηχανισμό προσαρμογής στην αιμορραγία θέσεων εργασίας από τον δευτερογενή βιομηχανικό τομέα, εν τέλει καταφέρνει μία μεγαλοπρεπή τρύπα στο νερό. Ήδη από το 1999 υπάρχουν μελέτες* που διαπιστώνουν τα χαμηλά ποσοστά μισθωτής απασχόλησης ή προλεταριοποίησης (asalarización o proletarianizaciónHidalgo, J. C.) από το ξεκίνημα της μεταφορντικής περιόδου τη δεκαετία του `70, δηλαδή τότε που άρχισε η παραγωγικότητα χάριν του μικρο-ηλεκτρονικού της εξορθολογισμού και της καθετοποίησης της να διογκώνεται ακατάπαυστα. Στις μέρες μας η Αργεντίνικη διακυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί το παγκόσμιο παράδειγμα διαχείρισης των κρίσεων εξισορροπώντας την ενύπαρξη νησίδων, εγκαταλελειμμένων στο έλεος της φτώχειας μέσα σε μητροπόλεις δανειοδοτημένης ανταγωνιστικότητας που υπακούουν πειθήνια στους τυφλούς νόμους της παγκόσμιας αγοράς.
   Ο Γκυ Ντεμπόρ μας προειδοποιούσε ότι «στη ρίζα του θεάματος βρίσκεται η πιο παλιά κοινωνική εξειδίκευση, η εξειδίκευση της εξουσίας. Έτσι το θέαμα είναι μια εξειδικευμένη δραστηριότητα που μιλάει για λογαριασμό όλων των άλλων. Είναι η διπλωματική εκπροσώπηση της ιεραρχικής κοινωνίας ενώπιον του εαυτού της, όπου κάθε άλλος λόγος έχει εξοστρακιστεί». Όσο λοιπόν και να σφίγγονται -δήθεν μιλώντας εξ' ονόματος μας- οι ατσούμπαλοι, οικονομικοί γκουρού των τηλεπαραθύρων και των επιφυλλίδων, να μας πείσουν με τις επικλήσεις τους στην ανταγωνιστικότητα για το αντίθετο, η κοινωνία της εντατικοποιημένης εργασίας τους, και η συνεπής βαρβαρότητα της έχει κάνει την υπάρχουσα επάρκεια του υλικού πλούτου ανυπόφορη, ακατάληπτη και καταστροφική για όλους μας.



Υποσημειώσεις:
* Βλέπε στην ισπανόφωνη οικονομική βιβλιογραφία:
  α) CEPAL (Comisión Económica Para América Latina y el Caribe) (1988) La promoción de la inversión industrial 1947–87, Documento de trabajo No. 27. Buenos Aires: Naciones Unidas.
  β) Hidalgo, J. C. (1999a) Mercado de trabajo y convertibilidad: los impactos de los cambios en el mercado laboral argentino. Buenos Aires: Universidad Nacional del Litoral.
  γ) Hidalgo, J. C. (1999b) El mercado de trabajo: teorías económicas, plan de convertibilidad y opción de desarrollo. Buenos Aires: Universidad Nacional del Litoral.
  δ) Notchteff, H., ed. (1998) La economía argentina de fin de siglo: fragmentación presente y desarrollo ausente. Buenos Aries: FLACSO-EUDEBA.

Υγ: Επειδή δεν πρόλαβα να ετοιμάσω μία μετάφραση του Ρόμπερτ Κούρτζ που ο πρόωρος χαμός του στις 18/7/12 ήταν μεγάλη απώλεια για την κριτική της αξίας, τιμώ την μνήμη του με το σημερινό ποστ.