Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Η ομολογία πίστης στο Σύνταγμα ως ανανεωμένη μόδα του υστερικού λαϊκισμού.

   The Kids ~ Do Youy Love The Nazis? 1978

  Βαρύγδουπες έννοιες ενσαρκώνονται ως απερίσπαστες δοξασίες που απαιτούν εξιλαστήρια ομολογία πίστης. Οι δε προσχωρήσαντες ομολογητές παρουσιάζονται με την αμφίεση αποκαθαρμένων ιεροκηρύκων που προπαγανδίζουν την μία και αναμφισβήτητη, δική τους αλήθεια. Έτσι μετά την κατάρρευση του δικομματισμού μας προέκυψε ακόμα ένα ακαταμάχητο δόγμα προάσπισης του κοινοβουλευτισμού και της «δημοκρατίας» του όπου ομονοούν υπέρ βωμών και εστιών, όλες οι δυνάμεις του εκλεγμένου συνταγματικού φάσματος, αντισυστημικές ή μη. Διότι θεωρείται πλήρως αντικειμενική η καταδίκη των διεφθαρμένων ηγεσιών της μεταπολίτευσης και των παρελκομένων της όπως το πελατειακό (sic) κράτος από την στιγμή που, προσχηματικά ή αυθόρμητα, αυτή εξασκείται εις το όνομα της Συνταγματικής νομιμότητας. Ότι ποτέ δεν υφίσταται κράτος χωρίς πελατεία, εφόσον σε κάθε εκδήλωση της ζωής το άτομο ως συγκεκριμένη οντότητα δεν έχει την παραμικρή αξία παρά μονάχα στον βαθμό που συμμετέχει στην κατοχή χρήματος και στην κυκλοφορία του, γιατί μόνο τότε θεωρείται πολίτης, δηλαδή αλλοτριωμένος εργαζόμενος, ποσώς ενδιαφέρει -επειδή δεν περνάει καν από το μυαλό τούς- εκείνους που καταγγέλλουν το «σάπιο» (ξανά sic) σύστημα είτε είναι εγκληματίες εθνικοσοσιαλιστές, είτε περήφανοι πατριώτες και φιλελεύθεροι ορθολογιστές, είτε σοσιαλιστές που πατάνε στη γη ή όπως επιτάσσουν οι καιροί ολίγον απολιτίκ μεν, αλλά πάντοτε κεντρώοι και προοδευτικοί ποταμίσιοι δε, είτε ακόμα ριζοσπάστες αριστεροί ή απολιθωμένοι κομμουνιστές.
  Θα μπορούσε λοιπόν άνετα να ειπωθεί ότι η πολιτική ζωή του τόπου είναι απλά για τα μπάζα, ιδιαίτερα όταν όλοι οι προαναφερόμενοι έχουν ταχθεί στους μηχανισμούς που προασπίζουν την οχλοκρατία εν είδει εξάγνισης του εκλογικού σώματος. Όταν δε η επίσημη "κωματική" πασαρέλα μπορεί να επαίρεται για το κατόρθωμα της πεποίθησης της, ως προς τους παραστρατημένους ψόφο-φόρους οι οποίοι εκφράζουν την οργή τους από την κάλπη μέχρι το ξεβρόμισμα/ξεβράκωμα του τόπου (πήξαμε στα sic) υπό την αιγίδα αδιάφθορων αντισυστημικών ναζί, τότε όλα είναι απολύτως θεμιτά διότι το φλερτ των κομματικών παρατρεχάμενων για τα μάτια του γοητευτικού πόπολου διαρκεί έως το τέλος της επόμενης προεκλογικής περιόδου. Δεν έχει σημασία εάν αυτό το πόπολο απαρτίζεται μεταξύ άλλων από τραμπούκους και χουλιγκάνους, είτε από τηλεορασόπληκτους, τουρίστες του βίου και από θρησκόληπτους, ασκητές της μουροχαυλίασης ή σεξιστές εθισμένους στην πορνογραφία. Ούτε ότι οι δημαγωγοί του, εξάπτουν τα πλέον χαμερπή ένστικτα του με λεξιλόγιο ανάλογου αισθητικού ύφους που περικλείει μέσα του συνωμοσίες με προδότες, μασόνους και δωσίλογους. Το μοναστήρι της "δημοκρατίας" ας είναι καλά και από καλογερικά αποκόμματα, χίλια θα βρούμε, να χαϊδεύουν τα αυτάκια του κυρίαρχου λαού.
   Το κανάκεμα αποτελεί φανέρωση της ομολογίας πίστης σε αυτή την θεαματική κυριαρχία. Οι πάντες νομιμοποιούνται και αυτοδικαιώνονται υπερασπιζόμενοι την Συνταγματική νομιμότητα. Εάν δεν υπήρχαν οι νεοναζί θα έπρεπε να τους είχαμε εφεύρει για τα μαγνητίζοντα κάλλη της! Παρομοίως οι Χρυσοί Ασβοί από την στιγμή που αποτελούν αξιοσέβαστο εκλογικό ρεύμα της οχλοκρατίας ομνύουν την νομιμότητα της Συνταγματικής πολιτείας. Όμοιος ομοίω αεί βελάζει! Η ομολογία πίστης στο Σύνταγμα είναι μια ανανεωμένη μόδα λαϊκισμού. Εκείνη που μπάζει σαν ξελιγωμένη ερωμένη από το παράθυρο τον «Πρωτοφασισμό».* Όταν το εκλογικό σώμα αρνείται να στείλει στα σπίτια τους εκείνους που εικάζει ότι καταχράστηκαν τους αλλοτριωμένους κόπους του, τότε και οι δυσαρεστημένοι με το αποτέλεσμα αυτό θεωρούν πως έχουν κάθε δικαίωμα να φέρουν στο κοινοβουλευτικό αξίωμα πολιτικούς, ή ακόμη και μπράβους φαιών αποχρώσεων, που αμφισβητούν την νομιμότητα του εκλεγμένου κοινοβουλίου διότι αυτό δεν αντιπροσωπεύει την άμωμη Φωνή του Λαού όπως το Σύνταγμα προϋποθέτει.
   Εάν ο κοινοβουλευτισμός, σαν βλακέντιος έφηβος, είναι καταδικασμένος να επαναλαμβάνει μονίμως τα ίδια λάθη και να σκοντάφτει στον εαυτό του, αυτό συμβαίνει επειδή δεν μπορεί ποτέ να απαλλαχθεί από τις μονότονες αντιφάσεις του. Η ομολογία πίστης στο δόγμα της Συνταγματικής νομιμότητας υπενθυμίζει με ειρωνεία ότι -τουλάχιστον στην Ελλάδα- η πεισματική και με υστερικό λαϊκισμό αυτοδικαίωση της κοινωνίας των εμπορευμάτων, ενώ στην πραγματικότητα ποτέ τους δεν υπήρξαν επ' ουδενί λόγω αντικειμενικές συνθήκες για την επιβεβαίωση της, είναι μία ιοβόλος αντίφαση. 


* Ο όρος «Πρωτοφασισμός» έχει εισαχθεί αδόκιμα από τον Ουμπέρτο Έκο στον οποίο ο στοχαστής αναγνωρίζει δεκατέσσερα υπανάπτυκτα κοινωνικά χαρακτηριστικά. Ο Έκο ισχυρίζεται ότι αρκεί και μόνο η εκδήλωση ενός από όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ώστε να επιτρέψει στον Φασισμό να συμπτυχθεί γύρω του σαν πόλος.