Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Τρομοκρατική σούπα!


  Για σήμερα 17 Νοέμβρη 2013 ο τσελεμεντές του υπερεπαναστάτη προτείνει: Τρομοκρατική σούπα! 
  Παίρνουμε το δοχείο ενός μπλέντερ και προσθέτουμε μέσα σταδιακά δύο πρέζες αναρχισμού και μία δόση αριστερισμού. Πολτοποιούμε τα υλικά έως ότου το μείγμα μας να γίνει ένας παχύρρευστος χυλός. Αφαιρούμε το χυλό από το δοχείο και τον τοποθετούμε σε κατσαρόλα επάνω στη κοινωνική εστία που ζεματάει. Προσθέτουμε δύο γενναίες δόσεις κύβων από ζωμό πεπαλαιωμένου κομουνισμού ανακατεύουμε και περιμένουμε μέχρι η σούπα μας να πάρει βράση και να δέσει χωρίς ίχνος γεύσης μέσα της από κριτική θεωρία.
  Το πιάτο μας συνοδεύει άνοστα την σκύλευση της μνήμης των θυμάτων από τους χρυσούς ασβούς και η συνταγή του περιέχει άφθονα θρεπτικά συστατικά που ενδυναμώνουν διατροφικά το ακατοίκητο θυμικό της μάζας που είναι γνωστή με την επονομασία κοινή γνώμη. Το σερβίρισμα του συνιστάται να γίνει σε σάιτ αδιάλειπτης θεσμικά παραπληροφόρησης που πριν από λίγες μέρες είχε ομοτράπεζους του τους νεοναζί για να εξελίσσεται ανεμπόδιστα η διαστροφή της  «διαλεκτικής του θανάτου»  (η τελευταία αποτελεί πλήρης αντίφαση εν τοις όροις) προς όφελος όλων όσων σιγοντάρουν τις πίπες περί δύο άκρων, νεοελληνικού εμφυλίου, αντικομουνιστικού μένους, τάξης και ασφάλειας και ό,τι εν τέλει εμπλουτίζει την νεκρική τους ακαμψία με τη μορφή ιδεοληπτικής αντίληψης. Εξάλλου ο μπουφές της ενημέρωσης και η θαρραλέα πολιτική που τον πλαισιώνει εξ' ορισμού μας προσφέρουν στη μάπα μία γαστρονομική πληθώρα από ανάλογα ανόρεχτες και κακοσυντηρημένες σούπες αναγούλας.

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Χρυσοί Ασβοί στη Δημοκρατία. Το γεγονός της κριτικής της ούτε κατά διάνοια δεν αποτελεί την κριτική των γεγονότων της!

Νόελ Κούνιχαν, Η νέα τάξη, 1942

  Πριν από το κύκλο αίματος που άνοιξε με επίκεντρο τους Χρυσούς Ασβούς και την ποινική τους δίωξηη κυρίαρχη γνώμη που ήδη κυκλοφορούσε, διαμέσου του συρφετού των επαγγελματιών διανοουμένων και των «εραστών της τέχνης τους» πολιτικών, μας συνιστούσε με ύφος νουθέτησης ότι η εκμηδένιση των νεοναζί θα προκύψει μονάχα από τους πολιτικούς και κοινωνικούς όρους της Δημοκρατίας. Ύστερα και από τις δύο πρόσφατες δολοφονίες ο αχός της επανήλθε ενισχυμένος. Αυτή η κατ' όνομα σοφία, μία φιλάρεσκη ορθοφροσύνη, θα μπορούσε να κατηγορηθεί για ενσυνείδητη ηλιθιότητα εάν οι συνθήκες που επικρατούσαν στο νεοελληνικό μικρόκοσμο δεν ήταν προφανώς αποσυνθετικές. Δεδομένου ότι οι δυνάμεις που διαλύουν τη καταστατική δραστηριότητα της κοινωνικής του οργάνωσης (δηλαδή την εργασία) είναι πλέον μη αναστρέψιμες και προσθέτοντας επίσης τους διχασμούς ιδιοτήτων που επιβάλλει το θέαμα στο βίωμα της καθημερινής ζωής καθώς τους προϋποθέτουν σικέ ρόλοι, όπως ας πούμε ενός παθητικού πολίτη και ενός πολιτικού σε δράση, θα αντιληφθούμε χωρίς κανένα ίχνος έκπληξης ότι η γελοία σοφία της κοινής λογικής δεν είναι απλά και μόνο επικίνδυνη επειδή αδυνατεί να προσλάβει την πραγματικότητα που την περιβάλλει. Είναι ολέθρια γιατί ο αποπροσανατολισμός της βγάζει μάτια, ενίοτε και σπλάχνα με μαχαίρια και σφαίρες που η δικιά της αβλεψία έχει οπλίσει. 
  Οποιαδήποτε ανάλυση* που ομφαλοσκοπεί στην ερμηνεία της οικονομικής συρρίκνωσης των συνθηκών διαβίωσης αγνοεί πρωτίστως, επειδή είναι αυτιστική, ότι οι εν λόγω συνθήκες του βίου πριν την φτηνή αναίρεση τους ήταν καταλυτικός παράγοντας της αισθητικής απολυτοποίησης της καθημερινής ζωής. Η γύμνια της καθημερινότητας και η φτώχεια της ανθρώπινης εμπειρίας συγκαλύπτονταν τεχνηέντως από την υπερσυσσώρευση αξιών αναπαράστασης υλικών αντικειμένων ή κοινωνικών συμπεριφορών. Αφού ο κανόνας υπαγόρευε την δεκαπεντάλεπτη φήμη και τη δημόσια λεζάντα με κάθε κόστος, την πόζα του ακριβού ρολογιού, του έξυπνου κινητού και του γρήγορου αμαξιού ή τη χλίδα του πολυτελούς σπιτιού και αφού η τακτική του ενορχήστρωνε την εγωπάθεια του "ξέρεις ποιος είμαι 'γω" εν είδει εντυπωσιακής εξαργύρωσης ενός ρηχού τρόπου ζωής τότε και ο ολοκληρωτισμός της δημόσιας σφαίρας συμπυκνωνόταν στην μαγεία του λάιφσταϊλ που από μηδενικό σε εξύψωνε σε νούμερο.  
  Ο τέντζερης βρήκε το καπάκι του σε μακροσκοπικό επίπεδο. Υπήρξε μια συγκεκριμένη και μακρόσυρτη μεταπολιτευτική αφήγηση του μικρού πλην τίμιου λαού που με πείσμα, επιμονή και σκληρή δουλειά πετύχαινε όλους τους εκσυγχρονιστικούς στόχους του: την είσοδο του στην ΕΟΚ, την διοργάνωση Ολυμπιακών πανηγυριών, την ένταξη του στο ευρώ, τη κούπα στο Γιούρο. Προπάντων σημασία είχε το υπερθέαμα και η μορφή του και όχι η πραγματικότητα μηδέ το περιεχόμενο της! Και η πραγματικότητα είναι αμείλικτη σ' εκείνους που επιμένουν να αγνοούν την εν δυνάμει εξέλιξη της. 
 Μετά την εμφατική εκδήλωση της ελληνικής κρίσης χρέους η περίοδος χάριτος για την μεσαία τάξη εκπεφρασμένη στην υλικά εικονική ευμάρεια της προσεγγίζει το βασανιστικό τέλος της. Οι συνθήκες της υλικής της διατήρησης αδυνατούν να βρουν νέες διεξόδους από την στιγμή που οι εναπομείνασες αφηρημένες θέσεις εργασίας χάνουν την αξία τους ή καταργούνται με ταχύτερο ρυθμό από εκείνον που μπορεί να της αναπαραγάγει. Η νέα τάξη που αναδύεται με τεκτονικούς ρυθμούς ως πλειοψηφική μάζα, μέσα από τα ερείπια της μικροαστικής και την από καιρό αμετάκλητη εξάλειψη της εργατικής ελέω μετεξέλιξης της παραγωγής, για να πάρει την πρωτοκαθεδρία της μεσαίας είναι το πρεκαριάτο. Εν τούτοις τα άτομα σε συνθήκες τέλειας ασφυξίας κι ενώ χάνουν τη γη κάτω από τα πόδια τους επιμένουν να διατηρούν όλα τα πολιτιστικά χαρακτηριστικά του αποστασιοποιημένου ιδιώτη και ατόφια τη κουλτούρα της κακομαθημένης μικροαστικής βολής.
  Το πλειοψηφικό κομμάτι των ανθρώπων και ασχέτως της ταξικής τους διαστρωμάτωσης στάθμιζαν και συνεχίζουν να ταυτίζουν τα βιώματα της κοινωνικοποίησης τους επάνω στην κατευθυνόμενη επιλογή της διαιώνισης εμπορευματικών στερεοτύπων και κατά συνέπεια των αξιών τους. Για να παραφράσω, συμπτύσσοντας δύο φράσεις του, τον Ραούλ Βανεγκέμ: «η εικόνα, το στερεότυπο της βεντέτας, του φτωχού, του κομουνιστή, του αστού, του διανοούμενου, του πολιτικού, του μικροαστού πάει να υποκαταστήσει τους ανθρώπους με ένα σύστημα κατηγοριών μηχανογραφικά ταξινομημένων σύμφωνα με την ξεροκέφαλη λογική της ρομποτοποίησης που το μυστήριο του δεν έγκειται πια σε μία σκοτεινή, αδιαπέραστη ολότητα,** αλλά σε ένα σύνολο από επιμέρους εις άπειρον βεβαιότητες, όχι πια σε μια ποιότητα αφέντη, αλλά στην ποιότητα αργυρώνητων όντων και πραγμάτων». Επί παραδείγματι: η ιδιότητα του γιατρού ως κατηγορία μηχανογραφικά ταξινομημένη μέσα στο εμπορευματικό σύστημα σε αντιδιαστολή με την ιδιότητα ενός τεχνικού ηλεκτρολογίας έγκειται στην επιμέρους βεβαιότητα ότι η ποιότητα του γιατρού ως αργυρώνητου όντος κοστίζει περισσότερο από την ποιότητα του τεχνικού και άρα αυτή η διαφορά πρέπει να αποτυπώνεται και στην τιμή της αμοιβής τους ακόμα κι αν ο γιατρός δαπάνησε το ελάχιστο δυνατό από τον αλλοτριωμένο χρόνο του για να εκφέρει μία γνώμη ενώ ο τεχνικός πολλαπλάσιο χρόνο για να αποκαταστήσει μια βλάβη. Οι τιμές των αμοιβών τους ποτέ δεν εξομοιώνονται διότι τα επαγγέλματα τους ωσάν ποιότητες με κοινωνική προέκταση που εμπερικλείουν μέσα την ανταλλακτική αξία αποκλίνουν. Βάλτε τώρα στη θέση του ηλεκτρολόγου τη βεντέτα ενός ποδοσφαιριστή και θα καταλάβετε πλήρως την απόκλιση των εξαγοράσιμων όντων ως εμπράγματων αξιών. Το μεγαλείο του παραλογισμού του εμπορευματικού συστήματος ενώ προϋποθέτει καταχρηστικά την εργασία με την υπόσταση της χρηματικής αξίας εξισώνει τη δε χρησιμότητα της σε εμπορική χρηστικότητα συμπιεσμένη ποσοτικά στο αφηρημένο ζύγι της ανταλλακτικής αξίας μετατρέποντας τα άτομα σε αντικείμενα. Έτσι καθένας μας δεν είχε παρά να δικαιώνει την πραγμάτωση της ζωής του ει μη μόνον ως αξιοποιήσιμο κεφάλαιο πια, εξατομικευμένο και άυλο, με την αποστράγγιση από χρόνο εις χρήμα της ζωτικής ενέργειας του ίδιου του του εαυτού κι ενώ ουσιαστικά ο κόπος του προοριζόταν να μετουσιώνει ρόλους στους οποίους η ουσία τους έχει μεταγγιστεί. Εφόσον και δημιουργεί η ιδιότητα τον χαρακτήρα αντί να ποιεί ο χαρακτήρας την ιδιότητα τότε οι άνθρωποι μετεμψυχώνονται σε ευσυνείδητες μαριονέτες που τις περιστοιχίζουν ασορτί εμπορεύματα για να επισφραγίζει η εικόνα τους το κοινωνικό στάτους που η μιζέρια αυτής της κοινωνίας τους έχει επιμερίσει. 
  Από την στιγμή που όλα προβλέπονται με την χρηματική αξία ο ηγεμονικός εκδημοκρατισμός της οικονομικής επένδυσης στον εαυτό παίρνει σάρκα και οστά. Ο αφηρημένος χρόνος, ο χρόνος που είναι κατατμημένος σε ισόποσες και ανταλλάξιμες μερίδες, ο υπολογισμένος δηλαδή χρόνος σε παραγωγική αξία είναι η ταυτοποιημένη και συνεχής αυταπάρνηση του βιώματος διότι επικυρώνει το βίωμα της αυταπάρνησης του εαυτού που είναι ήδη προϋπόθεση στην εκτέλεση των ρόλων. Ο ρόλος της εκτέλεσης αφενός μεν είναι μία κατευθυνόμενη εκλογή, μία αναπαράσταση δηλαδή του βιώματος, από μία μη συνειδητή δράση εμπειρικών υποκειμένων στο αυτονομημένο πεδίο του οικονομισμού και αφετέρου δε είναι το θέατρο σκιών μίας κοινωνίας που έχει εκχωρήσει επισταμένα την οργάνωση της ζωής της όχι μόνο πάνω στην πλάνη της ανταλλακτικής αξίας αλλά και στην ιεραρχία που αυτή η πλάνη αφομοιώνει. Εξυπακούεται ότι το εξωραϊσμένο θέαμα της άνετης ζωής αποκρύπτει ξεδιάντροπα από τα ανθρώπινα βλέμματα κάθε πόνο ή δυστυχία και μαζί όλους τους διαχωρισμούς της. Η κατάντια ενός βιώματος αναβαθμίστηκε από το βίωμα μίας κατάντιας που ευδοκιμεί σε μηχανιστική λειτουργία στους κόλπους μίας κοινωνίας που ισοφάρισε όλα της τα απωθημένα μοστράροντας τα στη βιτρίνα του υπαρξιακού της γίγνεσθαι.
  Αλλά όταν η ζωή χάνει το νόημα της γιατί κανείς πλέον δεν τη ζει, οι άνθρωποι καταδικάζονται σε βαθιά απελπισία. Στις κοινωνίες του θεάματος όπου η δομή της οργάνωσης τους επιβάλλει να αντλούν την επιβεβαίωση τους από παράγοντες που βρίσκονται έξω από την ίδια την οργάνωση της ζωής ισμοί, ιδεολογίες και ανταριασμένες συνειδήσεις παρεισφρέουν τον λαχανιασμένο ναρκισσισμό τους. Είναι λογικό επειδή αυτοί που δεν μπορούν να βρουν την ολοκλήρωση σ' ένα άδειο από νόημα βίωμα, εκείνοι που έχουν παραδώσει την πνευματική και ψυχοσυναισθηματική κατασπατάληση της ατομικότητας στην επίταξη του συστημικού αυτοσκοπού και δη στην εργασία, και σε κάθε περίπτωση όλοι όσοι αποδέχονται την κοινωνικοποίηση της διαμεσολαβημένη από την αξία (οι περήφανα αλλοτριωμένοι εργαζόμενοι), εκ των πραγμάτων, στρέφουν το βλέμμα με ανακούφιση στα αναλγητικά φαντασιακά του έθνους, του λαού, της ταξικής πάλης, του κράτους δικαίου, της οικονομικής ανάπτυξης, του εκκλησιαστικού λόγου και πάει λέγοντας.  
  Ο μικροαστός φθονεί ασυνείδητα πρώτα απ' όλα την ίδια του την εικόνα γιατί διαισθάνεται κατά βάθος ότι ο ενθουσιασμός του και ο κάματος για την ψεύτικη ολοκλήρωση της μπορεί να παραβιαστεί ανά πάσα στιγμή στις αντιφάσεις της δημοκρατίας των ελεύθερων και ίσων αγοραπωλητών εμπορευμάτων. Υπό την αιωρούμενη ντροπή της αναίρεσης και με την υποβόσκουσα τελικά ανικανότητα του να αυτοοργανωθεί και να πάρει ουσιαστικά την ζωή στα χέρια του ομοφρονεί στη μπόχα του αυταρχισμού καθώς πασχίζει να αποδιώξει τον ενδόμυχο φόβο για την διάψευση των προσδοκιών του. 
  Όμως ο φόβος στην ολοκληρωτική δημοκρατία στέκεται ακλόνητος! Έχει ενσωματωθεί στην αποσόβηση του μεγαλύτερου κακού. Οι ιδιώτες της νομίζουν ότι μπορούν "δόξα τω θεώ" να συνεχίσουν τον βίο τους με όσο το δυνατό περιορισμένες απώλειες, και η εικόνα της ζωής μπορεί να συνεχίζεται έστω και με την απελπισία που γεννά η απειλή του χειρότερου ενδεχομένου. Διότι οι φοβίες έχουν καταλήξει να είναι μία συγκολλητική ουσία ενός πανίσχυρου κομφορμισμού. 
   Και ο νεοφασισμός δεν αποτελεί παρά ένα από τα πολλά υποσχόμενα σκιάχτρα σε χρήση τούτης της «δημοκρατικής κοινωνίας» που θέλει με συνέπεια να συνετίζει όσους τρομάζουν ότι θα απολέσουν αυτό το χάλι της αξιοποίησης της αξίας που τους προσφέρεται στην καθημερινότητα για ζωή. Αυτοί που του αντιπαραθέτουν τα όπλα βολεύουν μονάχα με στοχευμένη ηλιθιότητα το σιδερένιο ολοκληρωτισμό της υπάρχουσας κατάστασης που περνάει τον εαυτό της για πολιτεία. 



* Αυτή συνηθίζεται να είναι αριστερή, αλλά τώρα απέκτησε και την επιστημονικα μεγαλόπρεπη πρωθυπουργική της τεκμηρίωση στον τρίτο νόμο του Νεύτωνα! :lol::lol:
** Ο Βανεγκέμ εννοεί την μεσαιωνική εικόνα του Κυρίου.